TOP
pedi-kratai-to-cheri-enos-mpampa

Οταν έχασα τον μπαμπά μου

Τον μπαμπά μου τον έλεγαν Ράλλη. Στο σχολείο με ρωτούσαν συνέχεια συμμαθητές, δασκάλες από που βγαίνει το Ράλλης. Περίεργο όνομα έλεγαν. 

Όλα όσα ήταν ο πατέρας μου

Ο μπαμπάς μου λάτρευε το ψάρεμα. Έπαιρνε τη βάρκα του χειμώνα-καλοκαίρι. Δεν τον ένοιαζε αν είχε παγωνιά ή καύσωνα. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν να δώσει τη ψαριά του, σχεδόν πάντα ήταν πολύ καλή, στο καφενείο του χωριού, στους φίλους του, στον αδερφό του. Έπινε μερικά τσίπουρα λοιπόν στο καφενείο του Ευριπίδη μέχρι να τηγανιστούν τα ψάρια και να φτάσουν στο τραπέζι. Φρέσκα ψάρια από τα χεράκι του μπαμπά. Να κάτι ακόμη που θα μου λείψει. 

Ο μπαμπάς μου δε μου έμαθε ποδήλατο. Ακόμη με θυμάμαι να του γκρινιάζω και να του παραπονιέμαι ότι έμαθε ποδήλατο στον αδερφό μου, ενώ σε μένα όχι. Πέρασαν μερικά καλοκαίρια στο χωριό, στην αυλή του σπιτιού με εκείνον να παλεύει να μου μάθει, χωρίς μεγάλη επιτυχία γιατί αν και κοτζάμ γαϊδούρα πια, φοβόμουν. 

Ο μπαμπάς μου κάπνιζε πολύ, δυστυχώς.

Είχε ολόκληρη συλλογή με αναπτήρες. Του φωνάζαμε που είχε μαζέψει τόσο πολλούς αναπτήρες. Μια και δυο και τρεις και χίλιες δεκατρείς φορές του είχαμε πει κράτησε μόνο εκείνους που σου αρέσουν πιο πολύ. Δεν τους αποχωριζόταν όμως, λες και ήταν μικρό παιδί που δεν ήθελε να του πάρουν τα αγαπημένα του παιχνίδια. Κι όλο μας έλεγε «κοίτα πως αλλάζει χρώμα αυτός όταν ανάβει», «κοίτα πως βγαίνει η φλόγα σε αυτόν» και λίστα ολόκληρη με τα άκρως εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του κάθε αναπτήρα που δικαιολογούσαν την πλούσια συλλογή του. 

Ο πατέρας μου μαγείρευε πολύ ωραία και κυρίως νόστιμα. Σπεσιαλιτέ του με ρωτάς; Γαριδομακαρονάδα και παϊδάκια φυσικά. Όσοι έχουν δοκιμάσει από τα χεράκια του, έχουν να το λένε για το μεράκι που είχε με τη μαγειρική, τους μεζέδες και τα κοψίδια. Ήταν εξαιρετικός ψήστης.

Ο μπαμπάς μου μου έμαθε οδήγηση στο χωριό. Το καλοκαίρι αφού τον ξεσήκωνα κάθε απόγευμα, παίρναμε το αμάξι και βγαίναμε στο δρόμο δίπλα από τα τρένα και πηγαίναμε για καμιά ώρα πάνω κάτω και σταματά ξεκινά. Όταν πρωτοπήρα το δίπλωμα στο πρώτο στενό που έστριψα γρατζούνισα το αμάξι μιας γειτόνισσας. Έβαλα τα κλάματα και εκείνος μου έλεγε να μη στενοχωριέμαι, δεν έγινε και τίποτα και άρχισε τις ιστορίες για τότε που έπαιρνε κρυφά εκείνος το αμάξι από το πατέρα του και γελούσε. Το χαμόγελο του μπαμπά μου ήταν όμορφο.

Ο πατέρας μου τρελαινόταν για το Πάσχα, ήταν η αγαπημένη του γιορτή. Κάθε χρόνο φωνάζαμε κόσμο στην αυλή του σπιτιού στο χωριό. Ετοίμαζε το αρνί και το κοκορέτσι μαζί με τη μάνα μου και ήταν όλη μέρα στη σούβλα. Πάντα όμως το αρνί του άρεσε να το τρώει το απόγευμα, κρύο. Εγώ με τον αδερφό μου δε τα τρώγαμε αυτά, τσιμπολογούσαμε από τα υπόλοιπα καλούδια στο τραπέζι και πάντα φώναζε “ελάτε εδώ να μάθετε να τρώτε”, “δοκιμάστε πρώτα και άμα δε σας αρέσει μη φάτε”. Όχι λέγαμε εμείς.

Ο πατέρας μου με φώναζε από μικρή «κοτοπουλάκι». Δε θα σας πω γιατί.

Παρατηρήσατε τον παρελθοντικό χρόνο; Ήταν, ψάρευε, μαγείρευε, κάπνιζε.

Είναι επειδή ο μπαμπάς μου δεν είναι πια εδώ.

Είναι εκείνες οι στιγμές που ξέρεις ότι θα έρθουν αλλά δε γνωρίζεις το πότε και κυρίως πόσο θα σου κοστίσει. Πριν μερικούς μήνες λοιπόν συνέβη και σε μένα. Έχασα το μπαμπά μου. Άνθρωποι από τον κοντινό μου περίγυρο είχαν χάσει δικούς τους ανθρώπους, είχα πάει στις κηδείες μερικών αλλά δε μπορούσα να φανταστώ πως είναι ένας τέτοιος πόνος, πως μοιάζει και πως εξωτερικεύεται στον καθένα.

Το χρονικό της απώλειας

Τα «καμπανάκια» υπήρχαν εδώ και καιρό. Ωστόσο, όπως οι περισσότεροι έτσι κι εγώ έλεγα πως όλα θα πάνε καλά, δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό μου το χειρότερο σενάριο. Όσα προβλήματα υγείας κι αν προέκυπταν, για κάποιο λόγο ο πατέρας μου τη σκαπούλαρε, δίνοντάς μας την εντύπωση ότι έχει ένα γερό οργανισμό που αντέχει.

Mε τον πατέρα μου μιλούσα καθημερινά στο τηλέφωνο, ακόμη κι αν δεν τύχαινε να μιλήσει με τη μητέρα μου ή τον αδερφό μου, το δικό μας τηλεφώνημα δε το ξεχνούσε ποτέ. Πέρασε μια Παρασκευή που δεν είχαμε μιλήσει. Είχαμε καραντίνα ακόμη τότε. Λίγο η δουλειά, λίγο η ανάγκη για ξεκούραση, λίγο οι τσακωμοί που ρίχναμε συχνά-πυκνά, δε συνειδητοποίησα ότι είχε περάσει μια μέρα που δε μίλησε κανείς από την οικογένεια μαζί του.

Το επόμενο πρωί μίλησε με τη μητέρα μου και ήταν καλά. Της είχε αναφέρει για ένα πόνο στο κεφάλι. Το ίδιο απόγευμα με βρήκε να δουλεύω, καθόμουν στο κρεβάτι μου με το λάπτοπ να καίει επάνω στα πόδια μου, όταν άκουσα από τη μάνα μου τη δυσοίωνη φράση, «ο μπαμπάς θα μπει στο νοσοκομείο, έπαθε έμφραγμα».

Προσπάθησα να διατηρήσω τη ψυχραιμία μου, σκεπτόμενη πως κι άλλες φορές πήγε στο νοσοκομείο και βγήκε περδίκι. Έκανα αστεία στη μαμά μου που έπινε τον καφέ της αμίλητη δίπλα μου, λέγοντάς της ότι «όταν βγει από το νοσοκομείο θα του κάνω πλάκα, θα του πω καλά ρε πατέρα μήπως σου αρέσει πολύ το φαγητό στο νοσοκομείο και μπαινοβγαίνεις συνέχεια».

Στο επόμενο τηλέφωνο μάθαμε ότι μπήκε στην εντατική.

Εκεί άρχισε να τρυπώνει ένα αρνητικό συναίσθημα μέσα μου. «Λες να γίνει καμιά στραβή;», σκέφτηκα. Οι ώρες περνούσαν, η βάρδια μου έφτανε προς το τέλος της και το κλίμα στο σπίτι ήταν βαρύ. Κάθε ήχος τηλεφώνου που ακουγόταν στο σπίτι μου έσφιγγε όλο και περισσότερο τη ψυχή.

Γύρω στις 22.43, ο αδερφός μου μπαίνει στο δωμάτιο. «Ο μπαμπάς έπαθε ανακοπή» μου λέει, «αλλά τον επανέφεραν». Δέκα λεπτά μετά, ο γιατρός μας ανακοινώνει τα δυσάρεστα. Οι στιγμές που ακολούθησαν δε χρειάζεται να αναφερθούν, τις φαντάζεστε. Η σκέψη που μου στοίχειωνε το μυαλό και έφερνε τα δάκρυα στα μάτια μου ήταν μία, «Δεν έχω πια μπαμπά».

Η παθητικότητα των επόμενων ημερών

Οι μέρες περνούσαν. Σε όποιον κι αν περιέγραφα την εμπειρία μου, υπήρχε μια παθητικότητα στα λόγια μου και τις περιγραφές. Προσπαθούσα να απαντήσω σε ερωτήσεις του τύπου πώς έγινε, πώς είσαι, τι κάνεις, όσο πιο ήρεμα και ψύχραιμα γινόταν. Η αλήθεια είναι ότι κρατούσα τα ξεσπάσματα για εμένα. Μετά την κηδεία δεν έκλαψα ποτέ ξανά μπροστά στη μάνα και τον αδερφό μου. Μπροστά στους φίλους μου μονάχα μια.

Έπαιρνα τα ακουστικά μου και έβγαινα να περπατήσω να καθαρίσει το μυαλό μου. Να βρω λίγη ηρεμία στη ψυχή μου. Να μιλήσω λίγο μαζί του.

Βλέπετε τους πρώτους μήνες είχα κάνει μια συμφωνία με τον εαυτό μου. Όπως μιλούσα κάθε μέρα μαζί του στο τηλέφωνο, έτσι θα μιλούσα και τώρα αλλά με διαφορετικό τρόπο. Έτσι κάθε βράδυ που έπεφτα για ύπνο του μιλούσα. Ναι δεν είμαι τρελή. Του μιλούσα, του έλεγα όλα όσα έκανα μέσα στην ημέρα μου και ύστερα κοιμόμουν με δάκρυα στα μάτια.

Κάθε φορά που περνούσα μπροστά από την εικόνα και το καντήλι του, τον χαιρετούσα. Όταν ετοιμαζόμουν να φύγω, καθόμουν στο ίδιο σημείο μέχρι να φορέσω τα παπούτσια μου, σαν να καθόμουν δίπλα του.

Όταν γυρνάω από τη δουλειά τα βράδια, ρίχνω κλεφτές ματιές στον ουρανό κι αναρωτιέμαι, «λες να είναι εκεί πάνω και να με βλέπει τώρα;». Αλλά αυτό που πονάει είναι ότι η απάντηση δεν έρχεται ποτέ.

Τα σημάδια που έψαχνα

Την πρώτη εβδομάδα που έφυγε, τον είδα στον ύπνο μου. Είδα ότι ήταν καλά, σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Στεκόταν όρθιος και ήταν καλά. Την επόμενη μέρα το είπα στη μάνα μου. Μου απάντησε «περίμενα να δω σε ποιον απ’ όλους μας θα εμφανιστεί». Εκείνη την ημέρα αισθάνθηκα μια μικρή ανακούφιση.

Η επόμενη κρυφή χαρά ήρθε την ημέρα των γενεθλίων μου, όταν συμπληρώθηκε ακριβώς ένας μήνας από τότε που τον έχασα. Μικρά πουλιά άρχισαν να έρχονται στο μπαλκόνι μου και να κελαηδούν. Ενώ το ίδιο βράδυ κι ενώ στο μπαλκόνι είχαν μαζευτεί τα κοντινά μου πρόσωπα για να σβήσουμε μια μικρή τούρτα, αν και δεν είχα καμία όρεξη για γιορτές και γενέθλια, ένα από τα πουλάκια καθόταν και μας παρατηρούσε. Πείτε με τρελή, πείτε με φαντασιόπληκτη, αλλά εγώ ένιωθα ότι ο μπαμπάς μου ήταν εκεί. Σαν με κάποιο τρόπο να μην ήθελε να λείπει από εκεί.

Πώς αντιμετωπίζω την απώλεια

Στην αρχή και ακόμη μερικές φορές δε μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό. Προσπαθούσα να αφηγηθώ όλα όσα ήθελα με όσο το δυνατόν λιγότερο τρεμάμενη φωνή. Δύσκολο task αυτό. Μετά κλείστηκα στον εαυτό μου. Δεν ήθελα να βγω από σπίτι, ήθελα να κάθομαι με τους δικούς μου ή να περνάω την ώρα μόνη μου. Στην πορεία κατάλαβα πως αυτή η αντιμετώπιση μάλλον δεν ήταν και η πιο σωστή. Το κατάλαβα όταν οι φίλοι με έβαλαν σε μια καρέκλα και μου τα είπαν ένα χεράκι. Έβλεπαν ότι δεν είμαι καλά, ότι δε μιλάω, ότι βουλιάζω, ότι πνίγομαι, ότι χάνομαι στη θλίψη. Ήταν οι άνθρωποι που μου έδωσαν μια ώθηση να ξεκολλήσω από τον πάτο που είχα φτάσει. Όμως, το ήξερα ότι είχα φτάσει πάτο και ήμουν οκ με αυτό. 

Βλέπετε αν θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής δεν έχω ακόμη αντιληφθεί τι έχει συμβεί. Δεν έχω αντιληφθεί ότι το τηλέφωνο μου δε χτυπάει. Δε βλέπω τη λέξη «μπαμπάς». Δεν ακούω τη φωνή του. Δε μαλώνω μαζί του.

Το πιο σοκαριστικό περιστατικό για εμένα ήταν μια βδομάδα αφού τον έχασα. Μόλις είχα πάει στο σπίτι της κολλητής μου. Μετά από λίγη ώρα χτύπησε το κινητό μου, πριν στρέψω το βλέμμα μου στην οθόνη, ένιωσα αυτή τη δύναμη της συνήθειας που λένε. Είπα μέσα μου «Α μωρέ, ο μπαμπάς θα είναι». Μόλις κοίταξα την οθόνη και δεν είδα το όνομά του με έπιασε ένα σφύξιμο στο στήθος. Μια ταχυπαλμία. Μια ισχυρή θέληση να ήταν ο μπαμπάς μου στην άλλη άκρη της γραμμής. Αλλά δεν ήταν. Εκεί ίσως συνειδητοποίησα για πρώτη φορά την απουσία του.

Και τώρα τι κάνω;

Πρόσφατα άκουσα ένα podcast μιας κοπέλας που είχε χάσει κι εκείνη το μπαμπά της. Είπε πως είναι μετρημένες οι φορές που έχει πει ότι ο μπαμπάς της πέθανε, λέει πως έχασε το μπαμπά της. Παρατήρησα πως το ίδιο συμβαίνει και σε μένα. Η κοπέλα εξήγησε μάλιστα το εξής:

«Χάνουμε όμως κάτι όταν δε ξέρουμε που είναι. Και με αυτό το ρήμα αποκτάς ευθύνη για το τι θα κάνεις με αυτό που έχεις χάσει. Είναι στο χέρι αν θα το ψάξεις, αν θα το αφήσεις στα χαμένα, αν θα το αναζητήσεις.»

Αυτά τα λόγια της χαράχθηκαν στο μυαλό μου. Βλέπετε δε μου αρέσει το ρήμα «πέθανε», σε ποιον αρέσει άλλωστε. Αναρωτήθηκα, τώρα που τον έχασα τι θα κάνω;

Με το μπαμπά μου τσακωνόμουν πολύ τα τελευταία χρόνια. Επειδή δεν πρόσεχε, επειδή δε του άρεσε που δουλεύω μέχρι αργά το βράδυ και για πολλά άλλα. Για κάποιον περίεργο λόγο όμως, όλοι τσακωμοί μου μαζί του έχουν αρχίσει να εξαφανίζονται απ’ όταν έφυγε. Νιώθω ότι δε μπορώ να του θυμώσω κι ας έκανε λάθη. Αισθάνομαι ότι είναι άδικο να του είμαι θυμωμένη τώρα που λείπει για πάντα. Πρέπει έστω και τώρα που έφυγε να τον αφήσω να ηρεμήσει χωρίς φωνές και αντάρες για τα σφάλματά του. 

Προφανώς, δεν είμαι η πρώτη, ούτε η τελευταία που χάνει το μπαμπά της.

Αλλά κανείς δεν έχει την απάντηση για το τι πρέπει να κάνεις. Θα ακούσετε πολύ συχνά ότι ο χρόνος είναι το γιατρικό, αλλά ο χρόνος είναι και βασανιστικός πολλές φορές. 

Η πίεση του να ξεχαστείς έρχεται από παντού και ίσως τις περισσότερες φορές από τον ίδιο μας τον εαυτό. Αλλά η λύση δε βρίσκεται εκεί. Το να προσπαθήσεις να απασχολήσεις τον εαυτό σου με την εργασία, τη γυμναστική, ένα ταξίδι, μια βόλτα δε θα εξαφανίσει τη νέα όψη της πραγματικότητας. Την όψη που βγάζει έναν άνθρωπο από τη ζωή σου. Οπότε εκεί τι κάνεις; Τι πρέπει να κάνεις; Κλείνεις τα μάτια στη νέα πραγματικότητα και υποκρίνεσαι ότι δεν υφίσταται, κουκουλώνοντας όλα τα αρνητικά συναισθήματα που νιώθεις ή ανοίγεις διάπλατα τα μάτια και την καρδιά σου στα γεγονότα και αφήνεις τον πόνο και τη θλίψη να ξεχειλίσει σαν το ποτάμι που φούσκωσε από τις καταιγίδες;

Οι άνθρωποι μου, η δύναμή μου

Δε ξέρω ακόμη πως να το διαχειριστώ. Ξέρω όμως, ότι υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή μου που στέκονται δίπλα μου από το πρώτο δευτερόλεπτο.

Σίγουρα οι φίλοι μου βοήθησαν πολύ στην απώλεια του μπαμπά μου. Τα γέλια, οι ιστορίες τους, οι συμβουλές τους, οι βόλτες. Ο αδερφός μου είναι ο «βράχος» μου. Είναι δίπλα μου διακριτικά και με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Με κάνει να ξεχνιέμαι. Και μαζί βοηθάμε τη μάνα μας. Την πειράζουμε, τρέχουμε όποτε μας χρειάζεται, την προσέχουμε και το κυριότερο την αγαπάμε όσο τίποτα στη γη. Η μουσική στα ακουστικά μου, στο δρόμο, το γραφείο, πριν κοιμηθώ είναι η ανακούφιση από σκέψεις που γυρίζουν ασταμάτητα στο μυαλό μου, λες και τρέχουν κάποιο αιώνιο μαραθώνιο. 

Το να γράψω για τον μπαμπά μου δεν ήταν εύκολο. Ήταν όμως ένας τρόπος να ξεδιαλύνω το τι νιώθω για την απώλειά του. Να του ζητήσω ένα συγγνώμη και ένα ευχαριστώ γιατί δεν πρόλαβα. Να τονίσω πόσο τον αγαπώ κι ελπίζω να είναι καλά εκεί που είναι και να πίνει ένα τσιπουράκι στην υγεία μας. Να του υπενθυμίσω να προσέχει και να μας προσέχει. Να του πω ότι δε θα ξεχαστεί ποτέ. Να του πω ότι θα είναι ο μπαμπάς μου. Ο δικός μου μπαμπάς!

Πως σου φάνηκε το άρθρο;
+1
0
+1
9
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0

Ακολούθησε το Cosmogony στο Instagram

Τριγυρνάει στους δρόμους της πόλης προσπαθώντας να ξεκλειδώσει τις συμπεριφορές των ανθρώπων και να μάθει τις ιστορίες τους. Ως δημοσιογράφος βλέπεις, δε διστάζει να γράψει για αυτά ή ακόμη και να τα φωτογραφίσει. Εξερευνεί στέκια και μυστικές γωνιές της Αθήνας. Αδημονεί για τις καλοκαιρινές συναυλίες, εκεί που ο κόσμος είναι ελεύθερος και μυρίζει αγάπη παντού. Θέλει να μάθει κιθάρα για να τραγουδάει μαζί με τους φίλους της κάτω από τα αστέρια. Ονειρεύεται μια ζωή γεμάτη ταξίδια και κυνηγάει στιγμές ανεμελιάς και ξεγνοιασιάς.