TOP
Κώστας Καρυωτάκης

Κώστας Καρυωτάκης: Δέκα ποιήματα που έμειναν αξέχαστα

Η ποίηση είναι το είδος του γραπτού λόγου που λίγοι έχουν κατανοήσει, αγαπήσει, μισήσει, δεν έχουν προτιμήσει, διάλεξε όποιο ρήμα θέλεις. Μόλις επιχειρήσεις να διαβάσεις ένα ποίημα, χάνεσαι στις λέξεις του και τις πολυδιάστατες ερμηνείες τους – και αυτή είναι κι η μαγεία της ποίησης. 

Άπειροι οι ποιητές κι οι ποιήτριες που μας έχουν κάνει περήφανους σε όλο τον κόσμο με τα έργα τους. Αυτό το άρθρο είναι αφιερωμένο στον πεζογράφο και κυριότερο εκφραστή της σύγχρονης λυρικής ποίησης, τον Κώστα Καρυωτάκη με τα έργα του να έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες, έχουν μελοποιηθεί κι έχουν γραφτεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ 

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 30 Οκτωβρίου 1896. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, με καταγωγή από την Καρυά Κορινθίας, και της Αικατερίνης (Κατίγκως) Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα και τα Χανιά, όπου έμειναν έως το 1913, λόγω των συνεχών μεταθεσεων του πατέρα του. Το 1914, ο Κώστας Καρυωτάκης μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική Σχολή και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1916, φοιτητής στο Β΄ έτος Νομικής, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες όπως η Ακρόπολη.  

Καρυωτάκης

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ 

Η επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη γνώρισε τον Καρυωτάκη το 1922 στη Νομαρχία Αττικής όπου αμφότεροι εργάζονταν προσωρινά, και τον ερωτεύτηκε, αλλά ο δεσμός τους διήρκεσε για πολύ λίγο. Ο Κώστας Καρυωτάκης έμαθε ότι νοσεί από σύφιλη, αρρώστια τότε ανίατη, και ζήτησε από τη Πολυδούρη να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε γάμο, αλλά ο Κώστας Καρυωτάκης το απέρριψε. Η Πολυδούρη απολύθηκε το 1924, ήρθε σε ρήξη με τον Καρυωτάκη και αρραβωνιάστηκε με τον δικηγόρο Γεωργίου. Το 1926 στο Παρίσι, η Πολυδούρη προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύθηκε στην Ελλάδα στο νοσοκομείο Σωτηρία όπου το 1928 την επισκέφτηκε ο Κώστας Καρυωτάκης. 

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΙ Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ 

Αρχικά, η σκέψη του ήταν να πνιγεί στη θάλασσα, αλλά μάταια. Έτσι, στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Στη θέση αυτή υπάρχει αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει:

«Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης» 

Στην τσέπη του κουστουμιού του πτώματος του Κώστα Καρυωτάκη, βρέθηκε επιστολή που γράφει τα εξής:

«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγωδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περισσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι’ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική. 

Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι. 

Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές (!!!), εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά.μουν ἄρρωστος.

Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέση τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδός Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας» 

Κ.Γ.Κ. 

[Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὡρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου». 

Κ.Γ.Κ. 

Ακόμα και σήμερα υπάρχουν απορίες και αντιθέσεις στην ερμηνεία αυτής της επιστολής. 

Καρυωτάκης Αυτοκτονία

ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΑΝ ΑΞΕΧΑΣΤΑ

Τα ποιήματά του απασχολούσαν τα προβλήματα τα οποία παγίδευαν την ίδια του τη ζωή, όπως η αίσθηση της ερήμωσης, το εφήμερο της ανθρώπινης φύσης, η υποκρισία στις κοινωνικές σχέσεις.

 Αγάπη 

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της 
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι. 
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,  
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!  

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι 
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,  
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,  
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος. 

Βράδυ [Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα…] 

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα 
είδα το βράδυ αυτό. 
Κάποια χρυσή, λεπτότατη 
στους δρόμους ευωδιά. 

Και στην καρδιά 
αιφνίδια καλοσύνη. 
Στα χέρια το παλτό, 
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη. 
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα 

θα ’λεγες την ατμόσφαιρα. 
Η σκέψις, τα ποιήματα, 
βάρος περιττό. 
Έχω κάτι σπασμένα φτερά. 
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε 

το καλοκαίρι αυτό. 
Για ποιάν ανέλπιστη χαρά, 
για ποιές αγάπες 
για ποιό ταξίδι ονειρευτό. 

Ανδρείκελα 

Σαν να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γη, 
σα να μένουμε ακόμα στην ανυπαρξία. 
Σκοτάδι γύρω κι ούτε μια μαρμαρυγή. 
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία. 

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό 
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα δυο τυφλά χέρια, 
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό, 
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια. 

Μακρινή χώρα είναι για μας η κάθε χαρά, 
η ελπίδα και η νεότης έννοια αφηρημένη. 
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά 
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει. 

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός. 
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη μες στο σώμα, 
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός 
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα.. 

Πρέβεζα 

Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται 
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια, 
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται 
καθώς να καθαρίζανε κρεμμύδια. 

Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι, 
με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους, 
ο ελαιώνας γύρω η θάλασσα κι ακόμη 
ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους. 

Θάνατος  ο αστυνόμος που διπλώνει 
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα, 
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι 
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα. 

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης. 
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα. 
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης, 
πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα. 

Περπατώντας αργά στην προκυμαία, 
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!» 
Φτάνει το πλοίο. Yψωμένη σημαία. 
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης. 

Αν τουλάχιστον, μέσα στούς ανθρώπους 
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία… 
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, 
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία. 

Τελευταίο ταξίδι 

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου 
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα! 
Να ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου 
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα. 

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει, 
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω, 
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι, 
δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω! 

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος 

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,  
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,  
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,  
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά 

Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι 
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,  
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι 
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί 

Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου 
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ  
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου 
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,  

Η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,  
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,  
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,  
μου λέει για κάποια που `ζησα ζωή! 

Δικαίωσις 

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω  
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.  
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου  
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο. 
  
Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,  
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.  
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»  
θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρίσω. 
  
Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,  
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει  
—πρώτη φορά— σε τέσσερων τον ώμο. 
  
Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια  
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει  
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια. 

Yστεροφημία 

Tο θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση 
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών. 
Aν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει, 
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών. 

Tο θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου. 
Tέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική, 
κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Aπριλίου, 
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει. 

Mόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι, 
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς 
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη, 
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός. 

[ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙΑ…] 

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα, 
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο, 
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα, 
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο. 

  Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε 
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου, 
ωραία να ‘ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε, 
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου. 

  Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου, 
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων, 
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου, 
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων. 

  Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη 
χαρά και ικανοποίησις να μένει, 
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει, 
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι. 

Αισιοδοξία 

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει 
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου. 
Aς υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση 
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτυση πρωινού 
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού 
και με τον ήλιον όπου θα τα διαπεράσει. 

Aς υποθέσουμε πως είμαστε εκειπέρα, 
σε χώρες άγνωστες της Δύσης, του Bορρά· 
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα, 
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά. 
Για να μας δεχτεί κάποια λαίδη τρυφερά, 
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα. 

Aς υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος 
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν 
τα παντελόνια μας, και, με του πτερνιστήρος 
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν. 
Πηγαίνουμε -σημαίες στον άνεμο χτυπούν- 
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος. 

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει 
από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής, 
κι ας τραγουδήσουμε, το τραγούδι να μοιάσει 
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής- 
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης, 
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει. 

ΠΟΙΑ ΘΕΛΗΣΗ ΘΕΟΥ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑΕΙ…

  Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει, 
ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμα 
των άδειων ημερών που τώρα ζούμε 
σαν από μια κακή, παλιά συνήθεια; 

  Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου, 
εχάσαμεν τη χρυσή πανοπλία, 
και μόνο το μεγάλο ερώτημά μας 
ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει. 

  Χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα, 
εγίναμε το λάφυρο του ανέμου 
που αναστρέφει το πέλαγος. Θα βρούμε 
τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου; 

  Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζουν, 
στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε 
στην έρημη βοή, μάταιη και κούφια 
σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα. 

  Κοιτάζουνε με φόβο, με απορία, 
έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες, 
και μόνο το συναίσθημα κρατούνε 
του μακρινού, αόριστου κινδύνου. 

  Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις. 
Είναι στον ουρανό μια σιδερένια 
μια μεγάλη πηγμή, που δε συντρίβει 
μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει. 

Πηγή Εξωφύλλου: filologika.gr

Πως σου φάνηκε το άρθρο;
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
1
+1
0
+1
0

Ακολούθησε το Cosmogony στο Instagram

Όποιον ρωτήσεις για την Αγγελική θα σου πει μία λέξη: τρελή. Στη βάφτιση της έριξαν κερκυραϊκό, κρητικό και μανιάτικο λάδι κι απορείς με το χαρακτηρισμό; Την πήρες την απάντησή σου. Ισορροπώντας μεταξύ σοβαρότητας και παράνοιας, τελείωσε Δημοσιογραφία στο Πάντειο κι επειδή το ένα πτυχίο είναι pass, τελείωσε και Digital & Social Media στον Ant1 MediaLab. Στον ελεύθερό της χρόνο της αρέσει να διαβάζει βιβλία, να βλέπει σειρές και ταινίες, ν’ ακούει μουσική, να κάνει γυμναστική (χαχαχα) κι αν δεν το κάνει αυτό, ψάξτην στην κουζίνα γιατί θα ψαχουλεύει να βρει να φάει γλυκό. Προορισμός των ονείρων της η Νέα Υόρκη ελπίζοντας να πάει η τρέλα της μέχρι εκεί σύντομα.