TOP
alex-turner

Alex Turner: Η προσωπικότητα που όρισε την βρετανική Indie Rock των 00s

Στην σύγχρονη εποχή σπάνια μιλάμε για χαρισματικούς μουσικούς, για ιδιοφυίες. Οι πιο πρόσφατοι σταματούν στην glam rock εποχή του David Bowie, κάτι που με κάνει να αναρωτιέμαι αν είναι απαραίτητο ένας καλλιτέχνης πια να αφήσει τα εγκόσμια για να αναγνωρισθεί (όπως λέει και το γνωστό ρητό) ή απλά λόγω μεταθανάτιων αφιερωμάτων τυχαίνει να μάθουμε περισσότερα και να εκτιμήσουμε κάπως αργά την συμβολή του. Το τι θα πει χαρισματικός και ευφυής στην τέχνη είναι κάτι αμφιλεγόμενο γιατί όλα είναι ρευστά και το υποκειμενικό (ευτυχώς) παίζει σημαντικό ρόλο. Προσωπικά λοιπόν, ταλαντούχο και ευφυή θεωρώ κάποιον που καταπιάνεται με πολλά διαφορετικά πράγματα και τα φέρνει εις πέρας με ποιότητα και οξυδέρκεια.

Τρεις σύγχρονοι χαρισματικοί καλλιτέχνες που ξεχωρίζω είναι ο Damon Albarn (Blur, Gorillaz, The good the bad and the queen), ο Dan Auerbach (Black keys, Blakroc, The Arcs) και ο πιο αγαπημένος Alex Turner, frontman των Arctic Monkeys και co-founder των Last Shadow Puppets.

Οι λόγοι για να εκτιμήσει κανείς τον Alex Turner

Ο πρώτος λόγος είναι η ικανότητά του να σε βάζει στην ιστορία του κάθε τραγουδιού σαν να είσαι εκεί και να το ζεις, γιατί πολύ απλά κατέχει την ικανότητα να περιγράφει περίπλοκα συναισθήματα με περιεκτικό τρόπο («Mardy bum», «Cornestore», «From ritz to rumble», «The bakery», «Leave before the lights»). Στα πρώτα του βήματα τα τραγούδια περιέγραφαν συγκεκριμένες καταστάσεις νεανικής ανεμελιάς ή ανησυχίας που εύκολα ταυτιζόσουν. Ιστορίες εξόδου τα Σαββατόβραδα με ποτό, πειράγματα, μεθυσμένες στιγμές, απορρίψεις από όμορφα αλαζονικά κορίτσια, ρομάντζα που δεν ευδοκίμησαν και πάει λέγοντας. Στην πορεία ενώ η θεματολογία έμεινε η ίδια, οι στίχοι έγιναν πιο εκλεπτυσμένοι και αόριστοι παραθέτοντας προβληματισμό, νοσταλγία και την αίσθηση μιας παιδικότητας που χάθηκε, ίσως από τον ίδιο τον Turner.

Το λεξιλόγιο του ήταν εξαρχής πλούσιο με στίχους πρωτότυπους και δύσκολους («Crying Lightning») αν αναλογιστεί κανείς την ηλικία του. Δεν είναι σύνηθες να ακούς τέτοιους στίχους από έναν νεαρό εικοσάχρονο και μάλιστα σε τόσο μεγάλη ποσότητα και με τέτοια συνέπεια. Σε αυτό τον τομέα έκανε την έκπληξη στο άλμπουμ «Humbug».

Ο Turner έχει υποστηρίξει λυρικά με τον δικό του ευαίσθητο και συγκεκαλυμμένο τρόπο την επιθυμία, την επιθετικότητα, την παιδικότητα, την αλαζονεία και την φλεγματικότητα, ενώ ποτέ δεν έκανε εκπτώσεις στο αισθητικό κομμάτι. Η λέξη κλειδί σε όλους του στίχους σχεδόν είναι μελαγχολία και ερωτηματικά.

Κάτι που με εξέπληξε και πρώτη φορά το συναντούσα ήταν η ειρωνεία προς την γκοθ κουλτούρα στο τραγούδι «You’ re so dark», στο οποίο ουσιαστικά χλευάζει με το γάντι τα στερεότυπα της. Δεν ξέρω αν θα θεωρούνταν politically correct αυτές τις μέρες, αλλά τότε ήταν απλά απολαυστικό, γιατί η καλώς εννοούμενη ειρωνεία απαιτεί λεπτό χιούμορ πάντα και μια δόση γοητείας.

Ο δεύτερος λόγος είναι οι πανέμορφες ακουστικές version που μπορούν κάλλιστα να υποστηριχθούν από τον Turner μόνο του χωρίς να γίνει αισθητή η απουσία των άλλων μελών του γκρουπ. Δεν διαβάζεται και πολύ αμερόληπτο αυτό, το ξέρω, αλλά μία δοκιμή θα σας πείσει αν κάνετε κλικ στο βίντεο παρακάτω.

Σημαντικότατο που θέλω να σας τονίσω είναι πως υπάρχουν ακουστικές version σχεδόν όλων των τραγουδιών τους μεταξύ των οποίων και παλαιότερα ”σκληρά” κομμάτια, οι οποίες ακούγονται κάτι παραπάνω από εξαιρετικά και σε κάποιες περιπτώσεις είναι και προτιμότερες από τις αρχικές (π.χ. «Love is a Laserquest», «Suck It And See», «Fluorescent Adolescence»).

Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα χρονολογικά για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα για τον τόσο αγαπημένο μου καλλιτέχνη.

Μία εν τάχει βιογραφία και δισκογραφία

Ο Alex Turner γεννήθηκε στο Shefield της Μεγάλης Βρετανίας το 1986. Από μικρός είχε κλίση στην μουσική με αρκετά χιπ χοπ ακούσματα και έκανε στροφή προς το Indie ροκ όταν ανακάλυψε τους The Strokes. Το 2002 δημιουργήθηκαν οι Arctic Monkeys στους οποίους ο Turner έγινε frontman εκ παραδρομής, εφόσον άλλοι δύο υποψήφιοι αρνήθηκαν την θέση. Παρ’ όλα αυτά να σημειωθεί πως θα άνηκε στο συγκρότημα ούτως ή άλλως απλά μόνο ως στιχουργός μέχρι εκείνη την στιγμή. Το συγκρότημα δεν ήθελε να δεσμευτεί με κάποια δισκογραφική και έτσι προσπάθησε να  αναδειχθεί από δωρεάν demos που μοίραζαν στις συναυλίες τους και μέσω myspace όπου παρείχαν τα τραγούδια τους για δωρεάν download. Κάπως έτσι ξεκίνησε η όμορφη ιστορία τους.

Στα μέσα του 2005 ήδη είχαν αποκτήσει αρκετή φήμη και τελικά υπέγραψαν με την Domino Records, στην οποία ανήκουν μέχρι και σήμερα, και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ το 2006 («Whatever people say I am, that’s what I’m not»).

Σε ένα παράλληλο σύμπαν, εδώ στην Ελλάδα πριν 15 χρόνια λοιπόν σε ένα παλιό ροκ μπαρ της πόλης ανάμεσα στους Franz Ferdinand και τους Raconteurs άκουσα και εγώ για πρώτη φορά τους Arctic Monkeys. Τράβηξαν κατευθείαν την προσοχή μου με τον επιθετικό σκληρό, εθιστικό και ξεσηκωτικό ήχο, ενώ παράλληλα οι στίχοι ήταν ρομαντικοί και μελαγχολικά αθώοι, εξέφραζαν άγρια διάθεση μαζί με ντροπαλότητα αν αυτό μπορεί να κάνει νόημα σε κάποιον. Θα μπορούσα να παραλληλίσω την μουσική τους ταυτότητα με έναν έφηβο που διοχετεύει την ένταση του σ’ αυτούς τους απόλυτους, πρωτότυπους, κοφτούς και επιθετικούς ήχους ενώ παράλληλα κρατάει ένα κομμάτι αθωότητας με τους ντροπαλούς, εσωστρεφείς με δόση μειωμένης αυτοπεποίθησης, ειλικρινείς στίχους.

Αυτό θεωρώ ήταν το μεγάλο τους χαρτί που έκανε ένα τεράστιο κοινό διαφόρων ηλικιών να ταυτιστεί μαζί τους, συμπεριλαμβανομένης και εμού φυσικά.

Μέσα σε μια εβδομάδα είχα ακούσει τόσες φορές το άλμπουμ που ήδη τραγουδούσα κάποιους στίχους απ’ έξω. Εν ολίγοις βρήκα μια αντίθεση που με πόρωνε κάθε φορά για αρκετό καιρό και έγιναν κατευθείαν οι αγαπημένοι μου. Ακόμη είναι, αλλά πλέον δεν είναι και οι μόνοι.

alex-turner-1

Οι frontmen συνήθως παίρνουν τα εύσημα και την δόξα και στην περίπτωση των Arctic Monkeys είναι πλήρως δικαιολογημένο, διότι o Turner εκτός από τραγουδιστής, είναι ευρηματικός συνθέτης και στιχουργός με ιδιαίτερο στυλ που ξεχωρίζει. Καθόλου τυχαίο, εφόσον του άρεσε ιδιαίτερα το μάθημα αγγλικής γλώσσας στο σχολείο.

Έχοντας γνωρίσει ήδη τεράστια φήμη, ειδικά για τον νεαρό της ηλικίας τους, τo 2007 κυκλοφορούν το δεύτερο άλμπουμ («Favorite Worst Nightmare»), το οποίο επίσης γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, έχοντας ήδη αποκτήσει φανατικό κοινό. Παραμένουν στην κορυφή της Indie rock σκηνής, ακολουθούμενοι από συνεχόμενα αφιερώματα μουσικών περιοδικών, sold out συναυλίες και παρουσία σε δημοφιλή φεστιβάλ (Coachella) ενίοτε και ως το κυρίως όνομα. Από αυτό το άλμπουμ ξεχωρίζω το «If You Were There, Beware».

Εκείνη ήταν μια εξαιρετικά δημιουργική χρονιά για τον Turner, καθώς άνοιξε τους μουσικούς του ορίζοντες, officially πλέον, συνεργαζόμενος με τον ράπερ Dizee Rascal και τον εξαιρετικό και κλασσάτο Richard Howley για b sides των Arctic Monkeys, ενώ παράλληλα ασχολείται με συγγραφή τραγουδιών και για άλλους καλλιτέχνες.

Το 2008 μαζί με τον Miles Kane, James Ford και Zach Dawes δημιούργησαν τους Last Shadow Puppets, ένα project με πιο ραφιναρισμένο ήχο και δραματικότερους στίχους. O Turner έβγαλε μια σοφιστικέ και πειραματική πλευρά με ένα μεγάλο twist προς την orchestral pop. Προσωπικά θυμάμαι εκείνη την εποχή το μετρό του Λονδίνου γεμάτο από αφίσες του πολυαναμενόμενου άλμπουμ, σχεδόν ένα μήνα πριν την κυκλοφορία του. Το έβλεπες παντού, σε όλους τους σταθμούς. Εκτινάχθηκε στην κορυφή των UK album charts, αλλά κατά την γνώμη μου δεν απέκτησε το φανατικό κοινό που έως τότε μπορεί να είχε συνηθίσει ο Alex Turner.

Tο 2009  κυκλοφορεί το  τρίτο  άλμπουμ  των Arctic Monkeys, «Humbug», το οποίο αποτέλεσε σημείο καμπής σε πολλούς τομείς τόσο για το συγκρότημα, όσο και για τον ίδιο τον Turner, καθώς έφερε αλλαγές και νέα πρόσωπα στο προσκήνιο. Ηχογραφείται πλέον στην Αμερική υπό την ”καθοδήγηση” του Josh Homme (παραγωγός και ιδρυτικό μέλος των Queen Of The Stone Age). Ο ήχος παραμένει ξεκάθαρα indie rock, αλλά πλέον είναι πιο προσεγμένος και συγκεκριμένος. Λυρικά  ξεφεύγει από τις εφηβικές ανησυχίες και οι στίχοι γίνονται πιο αόριστοι, αλλά πολύ πιο ενδιαφέροντες με πρωτότυπη χρήση της αγγλικής γλώσσας. Κάπου εκεί για εμένα ο Turner σταμάτησε να θεωρείται ένα ταλαντούχο, εσωστρεφές παιδί που περιέγραφε τα θέλω του μέσα από σαρκαστικούς στίχους («Still Take You Home») και άρχισε να μου εξάπτει το ενδιαφέρον και ως ψαγμένος στιχουργός.

Προσωπικά θυμάμαι πως ακούγοντας το συγκεκριμένο άλμπουμ ήμουν με ένα λεξικό στο χέρι, ψάχνοντας πολλές άγνωστες λέξεις που δεν είχα συναντήσει ξανά όχι απλά σε τραγούδια, αλλά ούτε καν σε ταινίες. Κάπως έτσι εντυπωσιάστηκα, τον παραδέχτηκα και τον έβαλα μέσα στην καρδιά μου.

Το συγκεκριμένο άλμπουμ δεν προωθήθηκε ιδιαίτερα, αν και έχει πολλά εξαιρετικά κομμάτια, όπως το «Jewellers Hand», «Fire And The Thud» και «Dance Little Liar». Ηighlight του δίσκου θεωρώ το «Cornerstore», το οποίο αν το ακούσεις μια φορά μετά δεν έχει γυρισμό, κάτι σαν να ανοίγεις ένα σακουλάκι πατατάκια!

Την επόμενη χρονιά, το 2010, ο Alex Turner ανέλαβε το soundtrack της ταινίας «Submarine» με ένα ep, το οποίο είναι εξαιρετικής ακουστικής ομορφιάς, θαλπωρικό με στίχους μελαγχολικούς και γλυκούς και στυλ που θυμίζει Βρετανία του 70. Αξίζει να το ακούσετε, το συνιστώ ανεπιφύλακτα, ειδικά όσοι είστε φαν των Beatles.

Το 2011 οι Arctic Monkeys κυκλοφορούν το Suck it and see (τίτλος που λογοκρίθηκε στην Αμερική) με πολλά καλοδουλεμένα κομμάτια. Ξεχώρισαν το «Black Treacle», «Suck It And See» και «Don’t Sit Down Cause I’ve Moved Your Chair». Σε αυτό το σημείο αρχίζει να διαφαίνεται η επιρροή τόσο του Hommes, όσο και της  αμερικανικής κουλτούρας βλέποντας την μουσική του συγκροτήματος να εξελίσσει το υπάρχων στυλ της και η περσόνα του Turner να αλλάζει εμφανισιακά προς το all american rockabilly, λογικά σε μια προσπάθεια να αποτινάξει το στυλ του εσωστρεφή και να δώσει ένα δυναμικότερο πλέον στίγμα επαναπροσδιορίζοντας την ταυτότητα του, πλέον χωρισμένος από την επί 4 χρόνια σύντροφό του.

Υιοθετούν στοιχεία desert και ψυχεδελικού ροκ, κάτι που συνεχίζεται και στο επόμενο άλμπουμ τους, το A.M (2013) το οποίο τους έκανε ευρύτερα γνωστούς λόγω των επιτυχιών «Are You Mine» και «Do I Wanna Know» και «Why’d Only Call Me When You’re High». Το τελευταίο να σημειώσω πως έγινε αναπάντεχα καλό cover από την Μiley Cyrus.

Εδώ να τονίσω πως οι ίδιοι με την σειρά τους είχαν κάνει κατά καιρούς πολύ πετυχημένα covers, κυρίως ακουστικά από Tame Impala, Barbara Lewis, David Bowie, Beatles, Shirley Bassey, Girls Aloud, Amy Winehouse, Lou Reed, Patsy Kline και φυσικά The Strokes.

Δύο χρόνια αργότερα οι Last Shadow Puppets κυκλοφορούν το δεύτερο άλμπουμ τους «Everything You’ve Come to Expect», με δύο πολύ δυνατές επιτυχίες που άνετα θα μπορέσουν να γίνουν διαχρονικές (Miracle Aligner και Aviation). Και τέλος το 2018 έρχεται και ο τελευταίος δίσκος των Arctic Monkeys, «Tranquility Base Hotel & Casino», το οποίο κινείται σε πολύ αργούς ρυθμούς σε σχέση με τους κλασικό ήχο του συγκροτήματος τουλάχιστον όπως τον ξέραμε μέχρι τότε.

Πέραν του μουσικού στοιχείου, τώρα υπάρχει και μια έντονη αλλαγή στην προφορά ακόμη και στην άρθρωση του Alex Turner, ο οποίος απαρνούμενος την ”βρετανίλα” που τον κατείχε σύσσωμο φλερτάρει με τα αμερικανικά  πρότυπα, κάτι που διαφαινόταν ήδη τα τελευταία χρόνια παίρνοντας τώρα ξεκάθαρη μορφή.(καθόλου τυχαίο εφόσον είχε εγκατασταθεί ήδη στις ΗΠΑ από το 2009). Ήταν επίσης μια χρονιά που τελείωσε ένα ακόμη σημαντικό ειδύλλιο για τον ίδιο κάτι που σίγουρα έπαιξε ρόλο στις παραπάνω αλλαγές.

Φιλόδοξος; Σίγουρα! Εύθραυστος; Σιγουρότατα. Δημιουργικός; Όσο δεν πάει! Το αδιαμφισβήτητο είναι πως λίγοι έχουν καταφέρει να εδραιωθούν στο είδος μουσικής τους τόσο νωρίς και αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσουμε και ας ελπίσουμε στο μέλλον να δούμε και άλλους τέτοιους καλλιτέχνες, ερωτευμένους με αυτό που κάνουν. Εν κατακλείδι, στην τέχνη όλα είναι υποκειμενικά. Μπορεί ο Alex Turner και η μπάντα του να μην είχαν τον πιο εμπορικό και εύκολο ήχο και να μην είναι ”your cup of tea” που θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Άγγλοι, αλλά σίγουρα άξιζε μέσα από αυτό το άρθρο να σας τον συστήσω λίγο καλύτερα.

Φιλιά και να αγαπάτε αυτά που ακούτε!

Πηγή Εξωφύλλου: wallpaperaccess

Πως σου φάνηκε το άρθρο;
+1
1
+1
5
+1
1
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0

Ακολούθησε το Cosmogony στο Instagram

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Θεσσαλονίκη, όπου αποφοίτησε από τα ΤΕΙ Αισθητικής. Την κέρδισε το μακιγιάζ, το nail art και η face yoga. Από μικρή είχε αδυναμία σε όλες τις μορφές του καλλιτεχνικό χώρου, γι’ αυτό και ασχολήθηκε με την ζωγραφική, την συγγραφή, την urban φωτογραφία και τον χορό. Αγαπάει τις ευρωπαϊκές κομεντί, τα μυθιστορήματα δράσης, αλλά κυρίως την μουσική. Προτιμάει τα παρεΐστικα μικρά μαγαζάκια, τα bistrot και τις pubs. Ζει με τον σκυλάκο της και πηγαίνουν μαζί μεγάλες βόλτες και εκδρομές, αγαπημένος τους προορισμός είναι η Θάσος. Το μότο που την εκφράζει ‘’stay true to yourself’’.