Από παλιά, τα πειράματα που έχουν διεξαχθεί από τους επιστήμονες κι έχουν επίκεντρο τον άνθρωπο είναι αμέτρητα. Και αμέτρητα και σοκαριστικά, διότι πλέον οι πειραματιστές πρέπει να τηρούν διάφορους κανόνες δεοντολογίας που ίσως να είναι δεδομένοι τη σημερινή εποχή, αλλά στα προγενέστερα χρόνια δε δινόταν τόση σημασία, γι’ αυτό κι οι επιπτώσεις των πειραμάτων ήταν άσχημες. Για να πραγματοποιηθεί σήμερα ένα πείραμα που άπτεται του πεδίου της Ψυχολογίας ή της Κοινωνιολογίας, πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις του Κώδικα Δεοντολογίας της Αμερικανικής Ψυχολογίας (ΑΡΑ). Χωρίς να περιαυτολογούμε, ας αναλύσουμε μερικά από αυτά τα ακατάλληλα πειράματα.

Το πείραμα του Milgram

Ο Stanley Milgram, ψυχολόγος από το Πανεπιστήμιο του Γέιλ, ήθελε να κατανοήσει περαιτέρω, πώς τόσοι πολλοί άνθρωποι συμμετείχαν στις σκληρές πράξεις του Ολοκαυτώματος. Διατύπωσε τη θεωρία ότι γενικότερα οι άνθρωποι έχουν την τάση να υπακούν σε προσωπικότητες με εξουσία, θέτοντας το ερώτημα, «Μήπως ο Άιχμαν και εκατομμύρια συνεργοί του στο Ολοκαύτωμα, απλώς ακολουθούσαν διαταγές; Θα μπορούσαμε να τους αποκαλούμε όλους συνενόχους;» Για αυτόν το λόγο, το 1961, άρχισε να διεξάγει «πειράματα υπακοής».

Οι συμμετέχοντες είχαν την εντύπωση ό,τι έπαιρναν μέρος σε μία μελέτη που είχε να κάνει με την μνήμη. Σε κάθε δοκιμή υπήρχαν δύο συμμετέχοντες, ένας είχε το ρόλο του «δασκάλου» και ο άλλος το ρόλο του «μαθητή». Στην πραγματικότητα όμως, υπήρχε μόνο ένας εξεταζόμενος, αφού το δεύτερο άτομο ήταν ένας ηθοποιός. Το πείραμα ήταν σχεδιασμένο έτσι ώστε ο συμμετέχων να έχει πάντα το ρόλο του «δασκάλου». Ο «δάσκαλος» και ο «μαθητής» τοποθετούνταν σε ξεχωριστά δωμάτια και ο «δάσκαλος» έπρεπε να ακολουθήσει συγκεκριμένες οδηγίες. Κάθε φορά που ο «μαθητής» έδινε μια λανθασμένη απάντηση, ο «δάσκαλος» έπρεπε να πατάει ένα κουμπί που θα δημιουργούσε ηλεκτροσόκ στον «μαθητή», τα οποία και αυξάνονταν σε τάση κάθε φορά και που κατέληγαν με τον ηθοποιό να αρχίζει να διαμαρτύρεται, βγάζοντας όλο και πιο απελπιστικές κραυγές. Ο Μίλγκραμ ανακάλυψε ότι το 66% των συμμετεχόντων ακολούθησε τις οδηγίες και συνέχισε την εφαρμογή των ηλεκτροσόκ, παρά την σαφή ενόχληση του «μαθητή», καθώς το πείραμα «έπρεπε να ολοκληρωθεί».

Milgram-experiment-3

Πηγή Εικόνας :mentalfloss.com

Το “τερατώδες” πείραμα

Το 1939 στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, ο Wendell Johnson και η ομάδα του ήλπιζαν να ανακαλύψουν την αιτία του τραυλισμού, επιχειρώντας να προκαλέσουν σε ορφανά παιδιά τραυλισμό. Συμμετείχαν 22 νεαρά άτομα, εκ των οποίων τα 12 δεν είχαν τραυλισμό. Τα έντεκα παιδιά από την ομάδα ακολούθησαν μία θετική διδασκαλία, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά αντιμετώπισαν αρνητική διδασκαλία. Οι δάσκαλοι έλεγαν συνεχώς στη δεύτερη ομάδα ότι είχε προβλήματα τραυλισμού. Παρ’ όλο που καμία από τις δύο ομάδες δεν απέκτησε τραυλισμό στο τέλος του πειράματος, η ομάδα που δέχτηκε αρνητική μεταχείριση, ανέπτυξε πολλά από τα προβλήματα αυτοπεποίθησης που συχνά συνδέονται με όσους έχουν τραυλισμό. Ίσως το ενδιαφέρον του Τζόνσον για αυτό το φαινόμενο να είχε να κάνει με το δικό του τραύλισμα ως παιδί, αλλά η μελέτη αυτή δεν θα μπορούσε να περάσει από την έγκριση ενός σημερινού συμβουλίου αξιολόγησης.

Μολονότι ο Τζόνσον ανέπτυξε τη φήμη ενός ανήθικου ψυχολόγου, το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα δε διέγραψε το όνομά του από τη Κλινική Ομιλίας και Ακοής του Πανεπιστημίου. Μάλιστα, το 2007, έξι από τα παιδιά που συμμετείχαν στο πείραμα έλαβαν χρηματική αποζημίωση για ψυχική οδύνη.

paidia

Πηγή Εικόνας: news247.gr

The Stanford Prison experiment

Το 1971, ο Philip Zimbardo από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, διεξήγαγε το περίφημο «πείραμα κρατουμένων», που είχε ως στόχο να εξετάσει τη συμπεριφορά μίας ομάδας και τη σημασία των ρόλων. Ο Ζιμπάρντο και η ομάδα του επέλεξαν μια ομάδα 24 φοιτητών από ένα κολέγιο αρρένων που θεωρούνταν «υγιείς», τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Οι άνδρες είχαν υπογράψει για να συμμετάσχουν σε μια «ψυχολογική μελέτη για τη ζωή στις φυλακές», για την οποία θα πληρώνονταν 15 δολάρια ανά ημέρα.

Βάσει τυχαίας επιλογής, ανατέθηκε στους μισούς να είναι φυλακισμένοι και οι άλλοι μισοί να έχουν το ρόλο των φρουρών των φυλακών. Το πείραμα πραγματοποιήθηκε στο υπόγειο του τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, όπου η ομάδα του Ζιμπάρντο είχε δημιουργήσει μια αυτοσχέδια φυλακή. Οι πειραματιστές σχεδίασαν ακραία σκηνικά, προκειμένου να δημιουργήσουν μια ρεαλιστική εμπειρία για τους κρατούμενους, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και ψεύτικων συλλήψεων στα σπίτια των συμμετεχόντων.

Οι κρατούμενοι υποβλήθηκαν σε μια αρκετά αντιπροσωπευτική εισαγωγή στη ζωή της φυλακής, η οποία περιελάμβανε το να υποβάλλονται σε ψεκασμούς καθαρισμού και το να φορούν μια δυσάρεστη στολή. Στους φρουρούς είχαν δοθεί ασαφείς οδηγίες, που περιελάμβαναν ότι δε θα έπρεπε ποτέ να είναι βίαιοι με τους κρατούμενους, αλλά ότι θα χρειαζόταν όμως να διατηρούν τον έλεγχο. Η πρώτη μέρα πέρασε χωρίς να υπάρξει κάποιο επεισόδιο, αλλά τη δεύτερη μέρα, οι κρατούμενοι επαναστάτησαν φτιάχνοντας οδοφράγματα στα κελιά τους και αγνοώντας τους φρουρούς. Αυτή η συμπεριφορά συγκλόνισε τους φρουρούς και πιθανώς οδήγησε στην ψυχολογική κακοποίηση που ακολούθησε. Οι φρουροί άρχισαν να διαχωρίζουν τους «καλούς» και του «κακούς» κρατουμένους και επέβαλλαν τιμωρίες όπως pushups, απομόνωση και δημόσια ταπείνωση για τους επαναστατικούς κρατουμένους.

Ο Ζιμπάρντο ανάφερε:  «Σε λίγες μόνο μέρες, οι φύλακες μας είχαν μετατραπεί σε σαδιστές και οι φυλακισμένοι μας έπασχαν από κατάθλιψη και έδειχναν σημάδια έντονου άγχους». Δύο κρατούμενοι εγκατέλειψαν το πείραμα και ένας εκ των δύο, στη συνέχεια έγινε ψυχολόγος και σύμβουλος στις φυλακές. Αρχικά, το πείραμα θα διαρκούσε για δύο εβδομάδες, αλλά τελείωσε νωρίτερα όταν η μέλλουσα σύζυγός του Ζιμπάρντο, η ψυχολόγος Κριστίνα Μάσλαχ, επισκέφθηκε το χώρο την πέμπτη μέρα του πειράματος και του είπε: «Νομίζω ότι αυτό που κάνεις σε αυτά τα παιδιά είναι φρικτό».

Παρά το γεγονός ότι το πείραμα θεωρήθηκε ανήθικο, ο Ζιμπάρντο εξακολουθεί να εργάζεται ως ψυχολόγος. Τιμήθηκε μάλιστα το 2012 από τον Αμερικανικό Ψυχολογικό Σύλλογο (American Psychological Association) με το Gold Medal Award for Life Achievement in the Science of Psychology.

stanford1

Πηγή Εικόνας: moveitmag.gr

Το πείραμα του μικρού Albert

Το 1920, στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, ο John B. Watson διεξήγαγε μια μελέτη κλασικής εξάρτησης, ένα φαινόμενο που συνδυάζει ένα εξαρτημένο ερέθισμα με ένα μη εξαρτημένο ερέθισμα μέχρι να παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα. Αυτό το είδος εξάρτησης μπορεί να δημιουργήσει μια αντίδραση σε έναν άνθρωπο ή σε ένα ζώο σε σχέση με ένα αντικείμενο ή με έναν ήχο, που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα υπήρχε καμία σύνδεση. Η «κλασική εξάρτηση» είναι ευρέως συνδεδεμένη με τον Ιβάν Παβλόφ, ο οποίος χτυπούσε ένα κουδούνι κάθε φορά που τάιζε το σκύλο του, μέχρι που απλά και μόνο ο ήχος του κουδουνιού έκανε το σκύλο του να εκκρίνει σάλιο.

Ο Watson δοκίμασε την «κλασική εξάρτηση» σε ένα μωρό 9 μηνών, που το ονόμασε Άλμπερτ Β. Το νεαρό αγόρι όταν ξεκίνησε το πείραμα, αγαπούσε τα ζώα, ιδιαίτερα ένα λευκό ποντικό. Ο Γουάτσον άρχισε να συνδυάζει την παρουσία του ποντικιού με έναν δυνατό ήχο, που προκαλείτο από το χτύπημα ενός μεταλλικού σφυριού. Ως αποτέλεσμα,  ο Άλμπερτ άρχισε να αναπτύσσει ένα φόβο για το λευκό ποντικό, καθώς και για τα περισσότερα ζώα, ακόμα και για τα γούνινα αντικείμενα. Το πείραμα αυτό θεωρείται ιδιαίτερα ανήθικο σήμερα, γιατί ο Άλμπερτ δεν κατάφερε ποτέ να απευαισθητοποιηθεί από τις φοβίες που του δημιούργησε ο Watson. Ο Άλμπερτ πέθανε στην ηλικία των έξι ετών από μιας άσχετης φύσεως ασθένεια, οπότε οι γιατροί δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν εάν οι φοβίες του, θα διαρκούσαν και στην ενηλικίωση.

1_hj6yvosUFQH1TsjFz70ICw

Πηγή Εικόνας: timeline.com

The bystander effect

Αφορμή για το πείραμα, στάθηκε η δολοφονία μίας νεαρής γυναίκας το 1964. Συγκλονιστικός ήταν ο αριθμός από τους αυτόπτες μάρτυρες που ανέρχεται στους 38. Συγκλονιστικότερο, ωστόσο, είναι πως και οι 38 έμειναν απαθείς στη θέαση της στυγερής δολοφονίας. Οι John Darley και Bibb Latane ζήτησαν από εθελοντές, να λάβουν μέρος σε μία συζήτηση, όπου θα συζητούσαν με αγνώστους. Κάθε συνομιλητής, θα ήταν σε διαφορετικό δωμάτιο και θα συζητούσαν μέσω ενδοεπικοινωνίας.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ένας από τους συνομιλητές θα πάθαινε κρίση επιληψίας. Ο στόχος του πειράματος ήταν να εξεταστεί το φαινόμενο της επίδρασης των παρευρισκομένων (bystander effect) ή αλλιώς το σύνδρομο Genovese και ειδικότερα οι  λόγοι και οι διεργασίες που συντελούνται, ώστε τα άτομα να αρνούνται να πάρουν την ευθύνη ή να δώσουν βοήθεια σε κάποιον που την χρειάζεται όταν άλλα άτομα είναι παρόντα.

Επιστρέφοντας στο πείραμα παρατηρήθηκε πως  όταν η συζήτηση γινόταν μεταξύ δύο ατόμων και ο ένας πάθαινε επιληψία, το 85% των συνομιλητών, έβγαινε από το δωμάτιο και έψαχνε να τον βρει και να τον βοηθήσει. Όταν όμως τους δινόταν η εντύπωση πως τους ακούν ακόμα 3 άτομα, μόλις το 31% βγήκε από το δωμάτιο αναζητώντας αυτόν που χρειαζόταν τη βοήθειά του.

maxresdefault

Πηγή Εικόνας: youtube.com

Κι επειδή όπως προανέφερα τα πειράματα αυτά είναι αμέτρητα, δε χωράνε μόνο σ’ ένα άρθρο κι έτσι θα σας αφήσω σε αγωνία μέχρι την ανάλυση των επομένων. Stay tuned!

 

Αγγελική Μουζακίτη

About Αγγελική Μουζακίτη

Μέλλουσα αστυνομική ρεπόρτερ. Λάτρης των βιβλίων και των σειρών. Αν δε με "πιάσεις" να κάνω κάτι από αυτά τα δύο...τότε θα τρώω κάποιο γλυκό! Όνειρό μου να ταξιδέψω σε όσα περισσότερα μέρη μπορώ, ξεκινώντας από τη Νέα Υόρκη!